Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Όταν η πολιτική τράπουλα ξαναμοιράζεται…Παρατηρήσεις για την κατάσταση στα κατεχόμενα


Η πολιτική κατάσταση στα κατεχόμενα το τελευταίο χρονικό διάστημα χαρακτηρίζεται από μια καθολική πλέον αντίληψη-συνειδητοποίηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας για την αναγκαιότητα αλλαγής της δομής και του περιεχομένου των σχέσεων με την Τουρκία. Έστω και αν αυτή η εξέλιξη στο παρόν στάδιο δεν έχει πάρει τη μορφή ή την έκφραση ενός συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος, εντούτοις αντικατοπτρίζεται από τις δραστηριότητες όλων σχεδόν των πολιτικών-ιδεολογικών χώρων. Η αντίληψη αυτή, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις σε Αριστερά και Δεξιά, επικεντρώνεται κυρίως στην ανατροπή του μοντέλου «διοικητής-διοικούμενος» και την εισαγωγή μιας σχέσης στον άξονα «σεβασμός-ισότητα».

Αυτή την περίοδο, το πολιτικό σύστημα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται «κλειδωμένο» στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις του μεγάλου κόμματος της Δεξιάς, του Κόμματος Εθνικής Ενότητας. Οι δύο ισχυρότερες ομάδες, από τη μια Κιουτσιούκ («πρωθυπουργός») και από την άλλη Έρογλου («πρόεδρος»), ανταγωνίζονται για την τελική επικράτηση στο ποιος θα γίνει ο φορέας του μετασχηματισμού των κατεχομένων, με ποιους όρους και με ποιες κατευθύνσεις. Η ομάδα Κιουτσιούκ εμφανίζεται πιο αφοσιωμένη στο πολιτικό πρόγραμμα που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση, την στιγμή που η ομάδα Έρογλου επιδιώκει να συνεχίσει τη συμμαχία της τουρκοκυπριακής Δεξιάς με τμήματα του ακροδεξιού παρακράτους, καθώς και με δίκτυα της Εργκενεκόν που προς το παρόν επιβιώνουν στα κατεχόμενα. Σε αυτή την αντιπαράθεση δεν πρέπει να αναμένεται ότι η Άγκυρα θα μείνει αμέτοχη. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση Έρντογαν δεν επιθυμεί τον σχηματισμό «ανεξάρτητων» κέντρων εξουσίας που μπορεί να προέλθουν από κύκλους που ήδη έχει περιορίσει στην Τουρκία. Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ουσία της εν λόγω αντιπαράθεσης είναι ο ανταγωνισμός για την υφιστάμενη εξουσία στο νέο της πλαίσιο και όχι η αλλαγή του περιεχομένου της. Όμως όλα αυτά συμβαίνουν στο επίπεδο της σημερινής Τουρκοκυπριακής ηγεσίας και κυρίως του Κόμματος Εθνικής Ενότητας. Οι δυναμικές ευρύτερα, φέρουν και άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Τα νεοφιλελεύθερα πρωτόκολλα και ο μετασχηματισμός

Το κυριότερο ζήτημα που απασχολεί τους Τουρκοκύπριους στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, είναι η ανησυχία (και η ξεκάθαρη πλέον απειλή) για την εξαφάνιση τους ως πολιτική κοινότητα από την Κύπρο. Το αίσθημα απειλής ενάντια στα κυπριακά χαρακτηριστικά των Τουρκοκυπρίων, φαίνεται ότι καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις αναταράξεις που προκαλούνται σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι η ολοκληρωμένη και μαζικά εκφρασμένη ανησυχία για την εξαφάνιση της ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων εκφράζεται πιο χαρακτηριστικά επί της διακυβέρνησης Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία. Παρόλο που τέτοιες πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας εμφανίστηκαν και στο παρελθόν, εντούτοις ο τρόπος με τον οποίο το ΑΚΡ επιβάλλει τη διαχείριση των κατεχομένων προκαλεί πιο έντονες τουρκοκυπριακές αντιδράσεις.

Τα τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα είναι η βασική κινητήρια δύναμη που προκαλεί αυτές τις αντιδράσεις. Παρά την ονομασία τους, τα πρωτόκολλα αποτελούν ολοκληρωμένα πολιτικά προγράμματα μετασχηματισμού του κάθε τομέα των κατεχομένων. Συνεπώς ξεφεύγουν από τα πλαίσια μιας «αυστηρά οικονομικής» διαχείρισης και εκτείνονται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Βασική παράμετρος είναι ο πλήρης μετασχηματισμός των δομών και της οικονομίας, με τρόπο που να “απελευθερώνεται” η ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση η τουρκική και όχι η τουρκοκυπριακή.

Βασική επίπτωση της εφαρμογής του προγράμματος αυτού, είναι η σταδιακή περιθωριοποίηση του τουρκοκυπριακού στοιχείου και η ενίσχυση του τουρκικού. Εργάτες, επιχειρηματίες, μικρομεσαίοι, αποτελούν τρεις βασικές κατηγορίες «εκτουρκισμού» και εκτόπισης των Τουρκοκυπρίων. Η «δημόσια» υπηρεσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό τουρκοκυπριακή, όμως οι νέες νομοθεσίες ανοίγουν πλέον τον τομέα και σε έποικους. Η ίδια ενισχυτική δυναμική του εποικισμού παρατηρείται γενικά: Οι έποικοι δεν είναι πλέον μόνο το φτηνό εργατικό δυναμικό, αλλά δραστηριοποιούνται δυναμικά σε όλους τους τομείς (δημοσιογράφοι, καθηγητές Πανεπιστημίων, επιχειρηματίες, ελεύθεροι επαγγελματίες, ακόμα και ακτιβιστές). Ούτε και αποτελούνται μόνο από τον πληθυσμό που μεταφέρθηκε στην Κύπρο ως μέρος μιας συγκεκριμένης και οργανωμένης κρατικής πολιτικής εποικισμού. Πλέον ο πληθυσμός αυτός συμπληρώνεται από ανθρώπους που μεταναστεύουν και που προέρχονται από διαφορετικές περιοχές της Τουρκίας. Μάλιστα η ενισχυμένη πλέον θέση στην κοινωνική ιεραρχία, φαίνεται να σπρώχνει ένα τμήμα τους σε ανώτερα επίπεδα πολιτικοποίησης με αποτέλεσμα αυτή την περίοδο (όπως ποτέ προηγουμένως) να καταγράφονται στο δημόσιο χώρο αιτήματα και διεκδικήσεις οργανωμένων συνόλων των εποίκων. Πολύ χαρακτηριστική είναι η διεκδίκηση για «ισότητα και σεβασμό» που εκφράζεται κυρίως από την πλατφόρμα «Συνέδριο Δικαιοσύνης του Λαού». Η συγκεκριμένη πλατφόρμα συγκεντρώνει ετερόκλητες δυνάμεις του τουρκικού και κουρδικού πληθυσμού των κατεχομένων. Συνεπώς το σημαντικό νέο στοιχείο που προκύπτει είναι η συνεργασία τους στη βάση ενός φαινομενικά διαταξικού αιτήματος ισότιμης μεταχείρισης και συμμετοχής τους στην εξουσία, κάτι που φανερώνει παράλληλα και την άνοδο της πολιτικής τους συνειδητοποίησης. Έτσι, γεννιέται ακόμα μια δυναμική που λόγω της μαζικότητας των φορέων της (οι Τουρκοκύπριοι σταδιακά γίνονται «αριθμητική» μειονότητα στα κατεχόμενα) θα πρέπει να αναμένεται ότι θα αλλάξει ριζικά τις κοινωνικές ισορροπίες.

Μια άλλη βασική πτυχή του προγράμματος που εφαρμόζει η Τουρκία είναι η δημιουργία υποδομών και οικονομικής ανάπτυξης του ψευδοκράτους. Αυτή είναι μια εξέλιξη με διπλή κατεύθυνση: Η πρώτη είναι η περαιτέρω ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία και η μετατροπή τους σε βασικό άξονα ολόκληρης της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που θα συμβάλει στην αύξηση του τουρκικού ελέγχου επί των δομών αλλά και όλων των πολιτικών διαδικασιών. Η δεύτερη κατεύθυνση είναι η δημιουργία καλύτερων όρων για την Άγκυρα σε μια πιθανή συγκυρία υπογραφής λύσης. Δηλαδή η μετατροπή των δομών του ψευδοκράτους, αλλά και του περιουσιακού καθεστώτος με τρόπο που να μην ανατρέπεται σε ένα νέο σχέδιο λύσης. Έργα όπως ο υποθαλάσσιος αγωγός μεταφοράς νερού και ηλεκτρικής ενέργειας, η εντατικοποίηση της βελτίωσης του οδικού δικτύου και η πλήρης κυριαρχία του τουρκικού κεφαλαίου στους τομείς του τουρισμού, των κατασκευών και των πανεπιστημίων, αποτελούν μέρος της ριζικής αλλαγής που λαμβάνει χώρα.  

Μια νέα «ιδεολογία» στα κατεχόμενα

Ο μετασχηματισμός επεκτείνεται και στο ιδεολογικό εποικοδόμημα των κατεχομένων. Μάλιστα στο επίπεδο αυτό είναι πιο εμφανής. Η τουρκική κυβέρνηση σε συνεργασία με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, καθώς και με άλλους πολιτικούς και οικονομικούς πρωταγωνιστές, ενισχύει το ισλαμικό στοιχείο. Αυτή η εξέλιξη εντοπίζεται τόσο στην αύξηση τζαμιών, ιεροδιδασκαλείων, μαθημάτων κορανίου, ισλαμικών ταγμάτων και αδελφοτήτων, όσο και σε κάποιες σημαντικές αλλαγές στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, «ενοχλητικές» για τον κοσμικό χαρακτήρα των Τουρκοκυπρίων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: αύξηση των μαντιλοφορούσων γυναικών, αύξηση του κόσμου (έποικοι και μετανάστες) στην προσευχή της Παρασκευής, αύξηση θρησκευτικών προγραμμάτων στην τηλεόραση. 

Την ίδια στιγμή καταγράφεται ένα γενικότερο κλίμα απαισιοδοξίας αναφορικά με τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Η συγκεκριμένη απαισιοδοξία σε συνδυασμό με την πίεση που ασκείται από την Τουρκία σε όλους τους τομείς και την έλλειψη εναλλακτικών πολιτικών επιλογών, οδηγεί σταδιακά ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας στην «παραίτηση». Καθόλου τυχαία, το τελευταίο χρονικό διάστημα και ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2011, μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στρέφει την προσοχή της σε «εσωτερικές λύσεις» του τύπου: ανάκαμψη της οικονομίας, καλύτερη διαχείριση των δομών και μια πιο «καθαρή» πολιτική ζωή. Συνεπώς σημειώνεται μια στροφή σε αναζητήσεις λύσεων των καθημερινών προβλημάτων της κοινότητας, χωρίς να μπαίνουν στο ευρύτερο πλαίσιο του Κυπριακού και των σχέσεων με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Η πιο επικίνδυνη εξέλιξη στο πιο πάνω πλαίσιο που χαρακτηρίζει το Κυπριακό στην ευρύτερη αντίληψη των Τουρκοκυπρίων, είναι η σταδιακά αυξανόμενη ροπή υποστήριξης προς «νέες λύσεις». Οι νέες αυτές αναζητήσεις που εκφράζονται όλο και πιο πυκνά στον καθημερινό Τύπο, υπογραμμίζουν ότι μετά από τόσο χρόνια αποτυχημένων συνομιλιών με συγκεκριμένο περιεχόμενο για την επίλυση του Κυπριακού, θα πρέπει να γίνει αλλαγή πορείας σε άλλα μοντέλα λύσεων που να είναι αποδεχτά και από τις δύο κοινότητες. Στο σημείο αυτό προβάλλεται ιδιαίτερα η ενίσχυση ακροδεξιών στοιχείων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, αλλά και ο «παροξυσμός» που μεταφέρεται από ΜΜΕ σε σχέση με θέματα όπως η εργοδότηση Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία (π.χ δηλώσεις Λιλλήκα και συζητήσεις στη Βουλή για μέτρα προς Τουρκοκύπριους). Στο επίκεντρο αυτής της υπερπροβολής είναι το εξής «κεντρικό νόημα»: Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι τελικά δεν μπορούν να συνεργαστούν σε ένα κοινό κράτος.

Μέσα από την κατάσταση που επικρατεί αυτή την στιγμή, τα πολιτικά κόμματα και ιδιαίτερα τα «κοινοβουλευτικά», αντιμετωπίζουν (ως θεσμοί) τα μεγαλύτερα προβλήματα. Η αποξένωση και απομάκρυνση από την παραδοσιακή κομματική οργάνωση έχει πλήξει τόσο την Αριστερά, όσο και την Δεξιά. Εμφανίζεται ένα πολιτικό κενό ως αποτέλεσμα της αδυναμίας των κομμάτων να παρουσιάσουν ένα πειστικό πρόγραμμα που να αγγίζει το μεγάλο θέμα των σχέσεων με την Τουρκία. Άμεση συνέπεια του πολιτικού κενού είναι η εμφάνιση νέων οργανώσεων και κινήσεων (π.χ πρωτοβουλίες Κουντρέτ Όζερσαϊ), οι οποίες να έχουν στο επίκεντρό τους «τα καθημερινά προβλήματα του πολίτη».

Η πιο πάνω εξέλιξη δεν αφήνει αδιάφορη την Τουρκία. Η Άγκυρα επιδιώκει να «ξαναμοιράσει τα χαρτιά» στο πολιτικό-κομματικό πεδίο και προχωρά σε συνεργασίες με παράγοντες σχεδόν σε όλα τα κόμματα. Φυσικά η μεγαλύτερη παρέμβαση γίνεται εντός του Κόμματος Εθνικής Ενότητας που «κυβερνά». Συνεπώς υπάρχει σε εξέλιξη μια διαδικασία και στο πολιτικό-κομματικό πεδίο, με αλλαγή των πρωταγωνιστών και αντικατάστασή τους από άτομα πιο «πρόθυμα» για υλοποίηση των προγραμμάτων που επιβάλλονται. Δεν θα ήταν έκπληξη στο επόμενο χρονικό διάστημα να γίνουν ενοποιήσεις κομμάτων, αποχωρήσεις γνωστών στελεχών και νέες συνεργασίες, το αποτέλεσμα των οποίων θα αντικατοπτριστεί και στην διαπραγματευτική διαδικασία στο Κυπριακό μετά τον Φεβρουάριο του 2013.

Σε ένα γενικότερο πλαίσιο καταγράφεται ξεκάθαρα η αγωνία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας να καθορίσει το μέλλον της σε ένα πιο βιώσιμο και λειτουργικότερο πολιτικό περιβάλλον. Η «αγωνία» αυτή έχει συγκεκριμένα αιτήματα και διεκδικήσεις, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό έρχονται σε αντίθεση με τους πολιτικούς στόχους της Άγκυρας. Την ίδια στιγμή οι τουρκοκυπριακές διεκδικήσεις διατηρούν κάποιες αποστάσεις και από την Ελληνοκυπριακή κοινότητα, δεδομένο που αντικατοπτρίζεται καλύτερα σε ένα από τα συνθήματα των κινητοποιήσεων του 2011: «ούτε όμηροι της Τουρκίας, ούτε μπαλώματα των Ελληνοκυπρίων». Δηλαδή είναι φανερό έχει δημιουργηθεί μια πλατφόρμα πολιτικών διεκδικήσεων στη βάση της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Αυτή η τάση «ανεξαρτητοποίησης» των Τουρκοκυπρίων, ο ενισχυμένος εθνοκοινοτισμός που εκφράζουν και η διεκδίκηση τους για ισότητα, μπορούν πολύ σύντομα να αλλάξουν κάποια δεδομένα στο Κυπριακό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή όμως διατηρούν ένα ευρύ πεδίο ανάπτυξης κοινών αιτημάτων με τους Ελληνοκύπριους, μέσα στο οποίο θα πρέπει να υπογραμμίζεται η ομοσπονδιακή λύση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι μεγάλης κλίμακας κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές στα κατεχόμενα, δε θα αφήσουν ανεπηρέαστες τις ελεύθερες περιοχές.  


Νίκος Μούδουρος
Δημοσίευση: εφημερίδα Χαραυγή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου