Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Η «δύσκολη» ιστορία της καταστροφής στα Γαστριά


 
 
Τα χαράματα της 16ης Ιουλίου 2013 πετρελαιοφόρο πλοίο μετέφερε ποσότητες πετρελαίου στη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα Γαστριά, η οποία ανήκει στην ιδιωτική εταιρεία AKSA. Από διαρροή στους αγωγούς του πλοίου, χύθηκαν στη θάλασσα περίπου 100 τόνοι πετρελαίου μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ποσότητες οι οποίες φυσιολογικά έφτασαν και στην παραλία. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ζημιά είναι παραπάνω από τραγική: οι επιπτώσεις στο βυθό της θάλασσας θα διαρκέσουν πάνω από 20 χρόνια, ενώ τα επόμενα 2-3 χρόνια σοβαρές συνέπειες θα κλονίζουν το περιβάλλον ολόκληρης της περιοχής. Ήδη περίπου 5-6 χιλιόμετρα της παραλίας της περιοχής έχουν καταστραφεί και υπολογίζεται να χρειαστούν πάνω από δύο μήνες εργασίας για τον καθαρισμό της. Αυτά σε σχέση με την πρώτη και εύκολη ανάγνωση της πρόσφατης περιβαλλοντικής καταστροφής.

Η δύσκολη πτυχή της ιστορίας όμως πάει μερικά χρόνια πίσω και σχετίζεται ολοκληρωτικά με τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθείται. Τα βόρεια της Κύπρου αποτέλεσαν χώρο πειραματισμού της διαχείρισης δομικών οικονομικών κρίσεων για πάρα πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Ταυτόχρονα πολλές ήταν οι τουρκικές κυβερνήσεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις του «περίεργου» καπιταλισμού στα κατεχόμενα διαμέσου της θεμελίωσης του ανοίγματος της αγοράς και της ενίσχυσης του ιδιωτικού (τουρκικού) τομέα. Από τον Οζάλ μέχρι και την Τσιλλέρ, πρωτόκολλα συνεργασίας είχαν στο επίκεντρό τους την πιο πάνω λογική. Όμως όπως και στην ίδια την Τουρκία, έτσι και στην Κύπρο, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού κορυφώνεται επί της διακυβέρνησης Έρντογαν.

Σε αυτό το πλαίσιο η ενέργεια και ο έλεγχος της από τον ιδιωτικό τομέα, αποκτούν στρατηγική σημασία. Τα προνόμια προς την εταιρεία AKSA, ο ελλιπής έως και μηδαμινός έλεγχος στις εργασίες της, η ρουσφετολογική μεταφορά πηγών κερδοφορίας από το «κράτος» προς την εν λόγω εταιρεία, ήταν στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ημερήσιας διάταξης όλων των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν την εξουσία στην κοινότητα. Η «δυσκολία» λοιπόν του παρασκηνίου της περιβαλλοντικής καταστροφής ξεκινά τη στιγμή που η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία αποφασίζουν ότι ο στρατηγικός τομέας του ηλεκτρισμού πρέπει να αποκτήσει και άλλους «εκφραστές».

Στις 12 Ιουλίου 2000, η «κυβέρνηση» συνεργασίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (επί «πρωθυπουργίας» Έρογλου) αποφάσισε να ενοικιάσει από ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό λόγω των αυξανόμενων αναγκών αλλά και λόγω της ανεπάρκειας της «κρατικής» εταιρείας ηλεκτρισμού (KIB-TEK) να ανταποκριθεί. Άλλωστε μια συνήθης πρακτική είναι η επίκληση και η διόγκωση των προβλημάτων του δημοσίου για να ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης της «αγοράς». Υπεύθυνος για την KIB-TEK ήταν ο τότε «Υπουργός» Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ιρσέν Κιουτσιούκ.

Το Σεπτέμβριο του 2000 ακολούθησε απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για έναρξη διαγωνισμού αναφορικά με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αρχικά το ψευδοκράτος θα ενοικίαζε για περίοδο πέντε χρόνων. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 η εταιρεία AKSA κερδίζει το διαγωνισμό και υπογράφει τη συμφωνία με την KIB-TEK.

Η τουρκική εταιρεία άρχισε επίσημα τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2003 με τη δημιουργία του σταθμού στα Γαστριά. Προηγουμένως όμως είχαν ανανεωθεί τα σχετικά συμβόλαια και συμφωνίες με τρόπο που να επεκτείνεται η ενοικίαση μέχρι και το 2026. Κεντρικό σημείο της ιδιωτικοποίησης μέρους της παραγωγής ηλεκτρισμού σε αυτή την περίπτωση ήταν και η δέσμευση του «κράτους» για εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ενέργειας από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Ποσότητες που τελικά άλλαζαν, προσαρμόζονταν και αυξάνονταν όχι στη βάση πραγματικών αναγκών, ούτε και των δυνατοτήτων της «κρατικής» εταιρείας των Τουρκοκυπρίων. Η συνεχής αλλαγή των όρων αναφορικά με τις ποσότητες ενέργειας που το «κράτος» είχε την υποχρέωση να αγοράζει είχε την εξής κατάληξη: Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την υποχρέωση του «κράτους» να εγγυηθεί την αγορά περίπου 175 εκατομμυρίων κιλοβατώρων ετησίως, αριθμός που εκτοξεύτηκε στα 825 εκατομμύρια σύμφωνα με απόφαση που ισχύει από τον Ιανουάριο του 2013. 

Πέραν των πιο πάνω και λόγω της εγγυημένης αγοράς ενέργειας από την AKSA, επενδύσεις ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων οδηγήθηκαν στην πληρωμή της εταιρείας και όχι στην ανάπτυξη της δημόσιας δομής της κοινότητας. Την ίδια στιγμή οι δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού που συνδέονται με την KIB-TEK υποχρεώθηκαν να εργάζονται μόνο στο 56% και 14% αντίστοιχα των δυνατοτήτων τους, ενώ η μονάδα παραγωγής στα Γαστριά στο 71%. Η συνέχεια είναι το ίδιο τραγική… οι συμφωνίες περιλαμβάνουν και το μέλλον αφού μέχρι και το 2024 το ψευδοκράτος θα πρέπει να πληρώσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην εταιρεία, ακριβώς λόγω της δέσμευσης του σε εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό περιβάλλον σταδιακά η KIB-TEK μετατράπηκε σε ένα είδος «κακού παιδιού», ενώ η AKSA φάνταζε πλέον ως ο «σωτήρας» της επίλυσης του πιο βασικού καθημερινού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1974 και μετά: αυτό της διακοπής στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Όμως ο «ιερός μανδύας» της σωτήριας εταιρείας δε ήρθε μόνος. Συνδυάστηκε με την ολοκληρωτική υποταγή, την καθολική απελευθέρωση της δραστηριότητας της από ελέγχους και φυσιολογικά στην αναστολή κάθε προσπάθειας βελτίωσης κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται είτε με την ενέργεια, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό… οι υπηρεσίες του ψευδοκράτους δεν απέκτησαν καμιά απολύτως υποδομή αντιμετώπισης της πρόσφατης καταστροφής με αποτέλεσμα το κύριο βάρος του καθαρισμού της θαλάσσιας περιοχής να πέσει στους ώμους εθελοντών και φυσικά της… AKSA.

Η «δύσκολη» πτυχή της ιστορίας θα έχει και συνέχεια. Το 2014 προγραμματίζεται η έναρξη λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία. Μέσα από το φιλόδοξο έργο επιδιώκεται η ολοκληρωτική κυριαρχία της επιχειρηματικής ελίτ σε δύο στρατηγικά ζητήματα ως προς την ενίσχυση των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τόσο ο αγωγός, όσο και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης Έρντογαν για δημιουργία χώρου αποθήκευσης πετρελαιοειδών με στόχο την ενσωμάτωση στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταφέρουν πλέον τα ζητήματα οικονομίας, περιβάλλοντος και λύσης, σε νέα πιο πολύπλοκα επίπεδα.  
 

Νίκος Μούδουρος
Δημοσιεύθηκε στη cyprusnews.eu στις 19 Ιουλίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου