Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Τουρκικός νεοφιλελευθερισμός σε κυπριακή διάλεκτο: Ρήξη και αντιπαράθεση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα


 

Του Νίκου Μούδουρου
Μέλους Επιστημονικού Συμβουλίου Προμηθέα

Αναζητώντας απαντήσεις γύρω από την αλλαγή που βιώνει η Τουρκοκυπριακή κοινότητα σχεδόν εννέα χρόνια μετά τα δημοψηφίσματα του 2004, ιδιαίτερα σε σχέση με την στρατηγική της κυβέρνησης της Τουρκίας, εύκολα μπορεί να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι είμαστε ενώπιον μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας. Γινόμαστε μάρτυρες της σταδιακής δημιουργίας ενός νέου πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Η συνεπής μελέτη αυτής της εξέλιξης μπορεί να βοηθήσει περαιτέρω στην κατανόηση της θέσης της Κύπρου στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Μπορεί επίσης να συμβάλει στην ανάδειξη της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Τουρκία, αλλά και των τουρκοκυπριακών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών πεδίων στα οποία παρεμβαίνει η Άγκυρα και προκαλεί αντιπαραθέσεις. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από την παρακολούθηση των σημερινών εξελίξεων μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα αναφορικά με τις ρήξεις και τις αντιπαραθέσεις μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μια προσπάθεια αναθεώρησης της σχέσης τους.

Μετά την αποτυχία λύσης του Κυπριακού στα δημοψηφίσματα του 2004 εμφανίζονται πολλές και διαφορετικές αναζητήσεις τόσο στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, όσο και στην Τουρκία. Στο σημείο αυτό ένα από τα βασικότερα στοιχεία καθορισμού των εξελίξεων σε σχέση με τις εσωτερικές δυναμικές της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν η ανακήρυξη του στάτους κβο στα κατεχόμενα (της «ΤΔΒΚ») από πλευράς της κυβέρνησης Έρντογαν σε «μη βιώσιμο και μη λειτουργικό». Τρεις βασικοί άξονες φαίνεται να επηρέασαν τη συγκεκριμένη αξιολόγηση της κατάστασης στα κατεχόμενα: Από τη μια, η μαζική κινητοποίηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας υπέρ του Σχεδίου Ανάν και η σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις Ντενκτάς γέννησε ένα νέο κύμα ιδεολογικής απονομιμοποίησης του ψευδοκράτους. Από την άλλη, η επικράτηση της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης τότε, έφερε ξανά στο προσκήνιο τον προβληματικό χαρακτήρα του αποκλεισμού της κοινότητας από την παραγωγική διαδικασία και την ολοκληρωτική της εξάρτηση από την Τουρκία με τη μορφή διοχέτευσης κονδυλίων για «να πληρωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι». Ο τρίτος άξονας ήταν η μη προσαρμογή της δομής  που κυριάρχησε στα βόρεια εδάφη της Κύπρου από την εισβολή του 1974 και μετά, με τη νέα κοινωνικό-πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Έρντογαν να προχωρήσει στο μετασχηματισμό των κατεχόμενων, ήταν μεταξύ άλλων και αποτέλεσμα της ωρίμανσης του ίδιου του τουρκικού κεφαλαίου σε σημείο που να μπορεί πλέον να καθορίζει νέες στρατηγικές και να τις εξάγει. Με λίγα λόγια, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και οι δυνάμεις που το στηρίζουν, ως οι γνήσιοι φορείς της σταθεροποίησης του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της Τουρκίας μετά την κρίση του 2001, δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη μιας δομής με «ξένο» προς αυτούς περιεχόμενο και συνεπώς «φυγόκεντρο» ως προς τη δική τους οικονομική και πολιτική εξουσία. Από ένα σημείο και μετά η δομή των κατεχομένων μετατράπηκε σε «παραφωνία» σε σχέση με τη νέα οικονομική και πολιτική δομή του «κέντρου» (Τουρκία).

Έτσι το «καθεστώς τροφίμων», όπως αντιλαμβάνεται το ΑΚΡ τους Τουρκοκύπριους, θα έπρεπε να αλλάξει και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ο πρώτος και πιο εμφανής στόχος της κυβέρνησης ΑΚΡ αναφορικά με την εσωτερική δομή της Τουρκοκυπριακής κοινότητας κατά την περίοδο που ακολουθεί τα δημοψηφίσματα το 2004, ήταν η πλήρης ανατροπή των δεδομένων που δημιούργησε η δομή του 1974 και του 1983 με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και η αντικατάστασή τους με μια «νέα τάξη πραγμάτων». Επομένως η σταδιακή διάλυση του «παλαιού στάτους κβο» συνοδεύεται τώρα από την οικοδόμηση ενός νέου[1], το οποίο φέρει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και επηρεάζει καθοριστικά όλες τις πτυχές της ζωής της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Το βαθύτερο περιεχόμενο της αλλαγής είναι ο νεοφιλελευθερισμός με τα κεντρικά του χαρακτηριστικά όπως η λεγόμενη καλή διακυβέρνηση, η δημοσιονομική πειθαρχία, η μείωση των ελλειμμάτων, η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα[2]. Η τουρκική κυβέρνηση, πέραν της ούτως ή άλλως βαθιάς αφοσίωσής της σε αυτό το μοντέλο διαχείρισης, εκμεταλλεύεται τη δομική σχέση με τα βόρεια εδάφη της Κύπρου (την παρουσία της ως κατοχική δύναμη και επομένως κυρίαρχη) και παρεμβαίνει σε όσο το δυνατό περισσότερους τομείς της οικονομίας και της πολιτικής των Τουρκοκυπρίων. Σταδιακά μετατρέπεται σε μια μορφή Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, παραχωρεί τα κονδύλια, καθορίζει τους προσανατολισμούς τους και ελέγχει την υλοποίηση των σχεδιασμών[3]. Στο μεταξύ επιδιώκει να αλλάξει και την πολιτική διαδικασία με τρόπο που να διευκολύνεται ο προαναφερθέν στόχος.

Το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό των τρίχρονων οικονομικών πρωτοκόλλων μεταξύ Τουρκίας και κατεχομένων, με πιο πρόσφατο αυτό της περιόδου 2013-2015, είναι η «ενοχοποίηση του κράτους», η επιδίωξη δραστικής απόσυρσής του από την οικονομία και η ενίσχυση της δραστηριότητας του ιδιωτικού κεφαλαίου που στη συγκεκριμένη σχέση είναι το τουρκικό. Έτσι ένα πολύ σημαντικό σημείο πολιτικής στο κείμενο των πρωτοκόλλων είναι η ανατροπή των μέχρι σήμερα υφιστάμενων ισορροπιών στο «δημόσιο», μέσα από τη μείωση προσωπικού και μισθών, την αύξηση των ορίων αφυπηρέτησης, αλλά και την αμφισβήτηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης[4].

Λαμβανομένης υπόψη της σχετικά καλής οργανωτικότητας του τουρκοκυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος και της πολιτικοποίησης των αιτημάτων του σε αρκετές περιπτώσεις, οι προσπάθειες αποδυνάμωσης των συντεχνιών αποχτούν πλέον στρατηγικό χαρακτήρα για το ΑΚΡ. Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα της επίθεσης που δέχονται οι τουρκοκυπριακές συντεχνίες είναι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον των συνδικαλιστών της συντεχνίας εργαζομένων στην τοπική αυτοδιοίκηση (BES) μετά τις κινητοποιήσεις τους στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα, μετά τα γεγονότα που οδήγησαν σε συλλήψεις συνδικαλιστών στις 27 Δεκεμβρίου 2012, τα στελέχη της συντεχνίας κατηγορήθηκαν για «παράνομη σύναξη-συγκέντρωση» για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα χρόνο, καθώς και για «ανταρσία-στάση» για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 χρόνια[5]. Αυτές οι δύο κατηγορίες δεν λειτούργησαν σε παρόμοια γεγονότα κινητοποιήσεων και διαμαρτυριών εδώ και κάποιες δεκαετίες. Συνεπώς η επίθεση αυταρχικότητας που δέχεται το τουρκοκυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα, αποτελεί σοβαρή ένδειξη του γενικότερου χαρακτήρα των μέτρων που θα ακολουθήσουν στην πορεία μετασχηματισμού.   

Ένα δεύτερο σημείο της στρατηγικής στο πρόγραμμα που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση είναι η ανάπτυξη των ιδιωτικοποιήσεων και παράλληλα η επιβολή των συνθηκών εργασίας του ιδιωτικού τομέα ως του βασικού κανόνα και γνωρίσματος γενικά των εργασιακών σχέσεων[6]. Η προσπάθεια αυτή γίνεται με βασικό φορέα το τουρκικό κεφάλαιο, το οποίο κάνει πιο έντονη την παρουσία του μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Όπως είναι γνωστό οι τουρκοκυπριακές αερογραμμές και το αεροδρόμιο της Τύμπου έχουν ιδιωτικοποιηθεί, ενώ άρχισε και η διαδικασία πώλησης της αρχής ηλεκτρισμού. Μάλιστα η περίπτωση της αρχής ηλεκτρισμού είναι χαρακτηριστική του εξαναγκασμού της εν λόγω αρχής σε πώληση. Χαρακτηριστικά από την 1η Ιανουαρίου του 2011 οι οφειλές προς τον συγκεκριμένο οργανισμό από «κρατικά» τμήματα, δημαρχεία, πανεπιστήμια και τζαμιά είναι 311 εκατομμύρια τουρκικές λίρες (περίπου 115 εκατομμύρια ευρώ). Την ίδια στιγμή στον προϋπολογισμό του «κράτους» για πληρωμές προς την αρχή για το 2013, αντί των 43 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών που αξίζει η κατανάλωση των «κρατικών» τμημάτων προβλέπεται η παραχώρηση μόνο 24 εκατομμυρίων[7]. Έτσι η αρχή ηλεκτρισμού μπορεί να παρουσιαστεί πιο εύκολα ως χρεοκοπημένη και ζημιογόνα.  

Η «ειρωνεία της ιστορίας» στην υπόθεση σταθεροποίησης του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού των κατεχομένων, έγκειται στο γεγονός ότι το ΑΚΡ προκρίνει την μετατροπή του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (UBP) ως του βασικού τουρκοκυπριακού φορέα της εν λόγω αλλαγής. Δηλαδή η αναζήτηση του πολιτικού Ισλάμ ως προς το ποια δύναμη θα μιλήσει την κυπριακή διάλεκτο του τουρκικού νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνεται στο κόμμα εκείνο που από το 1976 και μετά ήταν ο στυλοβάτης της οικοδόμησης του «παλαιού καθεστώτος». Το σημαντικό στην πιο πάνω αντίφαση εξάγεται κυρίως από την «αναγκαιότητα» για μετασχηματισμό και του ίδιου του πολιτικού-κομματικού φορέα[8]. Σήμερα το μεγάλο κόμμα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης με δύο βασικά μέτωπα: Από τη μία είναι ο ανταγωνισμός εξουσίας μεταξύ πρωταγωνιστών. Από την άλλη όμως είναι η μάχη που διεξάγεται για την προσαρμογή ή την σύγκρουση με το νέο καθεστώς που δημιουργείται. Συμπληρωματικό στοιχείο στις πιο πάνω διαδικασίες είναι και ο «εισαγόμενος» θρησκευτικός συντηρητισμός από την Τουρκία, ο οποίος εκφράζεται μέσα από την αύξηση των τζαμιών και των ισλαμικών οικοδομικών συγκροτημάτων, την ενίσχυση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, μέχρι και την εμφάνιση των λεγόμενων συντηρητικών ξενοδοχείων που στοχεύουν στην ενθάρρυνση του «εναλλακτικού τουρισμού» των πιστών Μουσουλμάνων.    

Συμπερασματικά λοιπόν, αυτή η περίοδος αναδεικνύει νέα ερωτήματα σε σχέση με τις αντιπαραθέσεις που ακολουθούν. Ενώ το οικονομικό σκέλος του μετασχηματισμού ολοκληρώνεται με την εφαρμογή των τρίχρονων πρωτοκόλλων, το πολιτικό και ιδεολογικό του σκέλος χαρακτηρίζονται από ρήξεις. Η εσωτερική αντιπαράθεση στο UBP δε φαίνεται να έχει εύκολο τέλος, αλλά αντίθετα να αφήνει πίσω της «πληγές». Παράλληλα, η προσπάθεια εξισλαμισμού του δημόσιου χώρου βρίσκει στο παρόν στάδιο ισχυρές αντιστάσεις. Όμως είναι γεγονός ότι η αντιπολίτευση αυτή τη στιγμή δε χαρακτηρίζεται από την υιοθέτηση ενός συνολικού εναλλακτικού προγράμματος. Δεν έχει απαντήσει ακόμα με ολοκληρωμένο τρόπο στα ερωτήματα που προκύπτουν από το μεγάλο θέμα της αναθεώρησης των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία. Επιπρόσθετα, παρά τον διάλογο που υπάρχει κυρίως μεταξύ των πολιτικών κομμάτων της ευρύτερης Αριστεράς και του συνδικαλιστικού κινήματος, οι διάφορες τάσεις στην τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση δεν κατάφεραν να φτάσουν σε κοινές πολιτικές θέσεις που να αγγίζουν και το βασικότερο όλων: την επίλυση του Κυπριακού. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση των αντιπαραθέσεων στα πιο πάνω πεδία και με δεδομένη την κυρίαρχη θέση της Τουρκίας, θα πρέπει να αναμένεται ότι και το 2013 θα είναι χρονιά κινητικότητας ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο βαθμός έντασης και το περιεχόμενο θα επηρεαστούν και από τις εξελίξεις στο Κυπριακό.   
 

11 Ιανουαρίου 2013
 
 
Δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας
http://www.inep.org.cy/index.php/en/forums/kypriako/352/#352

[1] Emine Tahsin, “Kuzey Kıbrıs’ta ‘yeni statüko’ya doğru”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.
[2] Mertkan Hamit, “Alternatif Ekonomi için Düşünmek”, Gaile, Τεύχος: 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[3] Umut Bozkurt, “KKTC’nin IMF’si, vahşi kapitalizm ve beslemeleri”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.
[4] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[5] Cemre İpçiler, “Polis’in yeni keşfi”, www.yargilaniyoruz.org, 3.1.2013. Είσοδος στις 7.1.2013.
[6] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[7] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[8] Emine Tahsin, “Kuzey Kıbrıs’ta ‘yeni statüko’ya doğru”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου