Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Οι ιδεολογικές καταβολές του Νόμπελ στα Οικονομικά





Άντης Ζήσιμος

Με την απονομή του Νόμπελ Οικονομικών στον συμπατριώτη μας έγινε πολλής λόγος για τη μεγάλη διάκριση της Κύπρου ανά το παγκόσμιο. Στη συνέχεια ο Κύπριος Νομπελίστας κατέθεσε τις απόψεις του στην κρίση της Κυπριακής κοινωνίας. Το όνομα του κ. Πισσαρίδη έχει επίσης χρησιμοποιηθεί εκτενώς από τον υποψήφιο των συντηρητικών κατά την προεκλογική εκστρατεία στην επικείμενη εκλογή του επόμενου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εντός ή εκτός του εκλογικού επιτελείου του οι απόψεις του Κύπριου Νομπελίστα φαίνεται να βρίσκουν έδαφος με πολιτικούς της νεοφιλελεύθερης ιδεολογικοπολιτικής προσέγγισης. Όλα αυτά με παρακίνησαν να ψάξω λίγο το θέμα του Νόμπελ στα οικονομικά για να μπορέσω να κατανοήσω τι είναι ακριβώς αυτή η διάκριση που του έχει απονεμηθεί. Και κατ´επέκταση εάν αυτή η διάκριση από μόνη της δίνει επιπλέον κύρος στον πολιτικό λόγο που εκφράζει. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Τα περί τεχνοκρατών και των «ανεξάρτητων» απόψεων τους όποτε τα ακούω νιώθω να μου υποτιμάται η νοημοσύνη.


Το Νόμπελ στα οικονομικά είναι συνήθως το τελευταίο βραβείο που ανακοινώνεται. Και δικαιολογημένα γιατί ήταν το τελευταίο βραβείο Νόμπελ που καθιερώθηκε ως θεσμός. Αυστηρά μιλώντας δεν αποτελεί βραβείο Νόμπελ. Τα πέντε πρώτα βραβεία καθιερώθηκαν το 1901 για την λογοτεχνία, την ειρήνη, την ιατρική, τη φυσική και τη χημεία από τον Άλφρετ Νόμπελ ως αναγνώριση της προσφοράς για την καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων μέσω επιστημονικών επιτευγμάτων, καινοτομίας ή της προσφοράς για την επικράτηση της ειρήνης.

Το Νόμπελ στα οικονομικά δεν αποτελεί βραβείο του Ινστιτούτου Νόμπελ. Ήταν κάτι το οποίο δημιουργήθηκε το 1968 από την Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας ως ένα «βραβείο των οικονομικών επιστημών στη μνήμη του Άλφρετ Νόμπελ». Παρόλα αυτά σήμερα πρέπει να πούμε ότι ακολουθείται η ίδια διαδικασία απονομής του βραβείου με αυτή που ακολουθεί η Σουηδική ακαδημία για τα υπόλοιπα βραβεία Νόμπελ. Δίδεται επίσης η ίδια χρηματική αμοιβή που δίνεται στην περίπτωση των πραγματικών βραβείων.

Στη δημόσια σφαίρα υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα πολλές αμφιβολίες για το κατά πόσο το βραβείο στα οικονομικά πληροί τις βασικές αρχές και σκοπούς που οραματίστηκε ο ιδρυτής των Νόμπελ. Αποτελούν όντως τα οικονομικά επιστήμη με τον ίδιο τρόπο που ορίζονται ως επιστήμη η φυσική και η χημεία; Συνεισφέρουν στην καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων όπως η ειρήνη και η λογοτεχνία; Το ερώτημα παραμένει για το κατά πόσο τα οικονομικά πρέπει να έχουν εξέχουσα θέση σε σχέση με άλλα επιστημονικά πεδία.

Σε κάθε περίπτωση ο Peter Nobel απόγονος του ιδρυτή των βραβείων και γνωστός ακτιβιστής υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει στο παρελθόν αναλύσει γιατί ο πρόγονος του δεν θα αποδεχόταν ποτέ την καθιέρωση ενός βραβείου το οποίο ο ίδιος αποκαλεί «μια απόπειρα δημοσίων σχέσεων των οικονομολόγων για να αναβαθμίσουν τη κοινωνική τους θέση… το οποίο πολύ συχνά απονέμεται σε σπεκουλαδόρους των αγορών».

Στο παρελθόν ακόμα και πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση την οποία διάγουμε σήμερα, η φήμη των οικονομολόγων δεν ήταν η καλύτερη. Ειδικότερα όσο το επικρατέστερο ρεύμα στα οικονομικά γινόταν το άλλοθι και ο φορέας των θεωριών για στήριξη της ασυδοσίας των «αγορών». Το ευρύ κοινό αποξενωνόταν ολοένα και περισσότερο από τις δραστηριότητες των οικονομολόγων. Σε αυτό συνέτειναν επίσης το δημοκρατικό έλλειμμα που σταδιακά δημιουργήθηκε σε πολλές χώρες με την ίδρυση «ανεξάρτητων θεσμών» οι οποίοι επιφορτίστηκαν με την αρμοδιότητα της εποπτείας των «αγορών». Κάτι παρόμοιο βλέπουμε σήμερα στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπου θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για παράδειγμα δεν στηρίζεται σε καμιά δημοκρατική διαδικασία. Σε αυτή τη γενικότερη αποξένωση η απονομή των βραβείων αποτέλεσε ένα σημαντικό εργαλείο όχι μόνο για να προωθήσει τα επιτεύγματα της επιστήμης των οικονομικών αλλά και για να προάξει συγκεκριμένες λογικές ανάλυσης, ιδεολογήματα και συγκεκριμένες έρευνες. Έτσι το εργαλείο αυτό αποτέλεσε κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο προώθησης. Άλλαξε ακόμη και αυτή την ίδια την παραγωγή της γνώσης στο πεδίο των οικονομικών.

Τα πρώτα βραβεία δόθηκαν για να τιμηθούν οικονομολόγοι των οποίων η εργασία ήταν ήδη αρκετά αναγνωρισμένη.  Ακόμα όμως και κατά την πρώτη δεκαετία απονομών ο κατάλογος των ονομάτων που παραγνωρίστηκαν από την Επιτροπή Απονομής ήταν πιο εντυπωσιακός από τον κατάλογο αυτών που βραβεύτηκαν. Μεγάλα ονόματα όπως οι Michal Kalecki, Joan Robinson, Nicholas Kaldor και Piero Sraffa παραγνωρίστηκαν προς όφελος λιγότερο επιφανών ερευνητών. Στην περίοδο που ακολούθησε της πρώτης δεκαετίας το βραβείο στα οικονομικά δόθηκε σε αρκετές περιπτώσεις σε ανθρώπους με σχετικά μικρή και σε κάποιες περιπτώσεις με αμφίβολη προσφορά.

Το πολιτικό όμως αποτέλεσμα της απονομής του βραβείου αυτού υπήρξε χωρίς αμφιβολία σημαντικό. Η κύρια σχολή σκέψης που εκφράζει τους πλείστους βραβευθέντες είναι η σχολή των νεοκλασικών οικονομικών γεγονός το οποίο έχει αποκλείσει όλες τις άλλες σχολές. Οι περιπτώσεις απονομής σε σχολές μεγαλύτερης κοινωνικής ευαισθησίας είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ενθάρρυνση συντηρητικών προσεγγίσεων στην έρευνα αλλά και τη διδασκαλία.

Οι νομισματικές προσεγγίσεις καθώς και οι προσεγγίσεις της ελεύθερης αγοράς έχουν βραβευτεί δυσανάλογα συχνά και σε πολύ κρίσιμες μάλιστα στιγμές. Για παράδειγμα η απονομή του βραβείου το 1974 στον Friedrich von Hayek οδήγησε σε αναπτέρωση του ενδιαφέροντος της Αυστριακής Σχολής και έκαμε το βιβλίο του ανάρπαστο. Δυο χρόνια αργότερα το βραβείο απονεμήθηκε στον Milton Friedman κάνοντας την ακραία νεοφιλελεύθερη προσέγγιση του ακαδημαϊκά αποδεκτή ντύνοντας την με το πέπλο εντιμότητας που χρειαζόταν. Αργότερα η προσέγγιση του οδήγησε σε μια πρωτοφανή ιδεολογική επανάσταση στην νεοφιλελεύθερη συντηρητική πολιτική. Σήμερα ακούμε την ήχο των μηνυμάτων του Friedman στους «δικούς μας» πολιτικούς και ακαδημαϊκούς υπό την μορφή μηνυμάτων όπως «δεν θέλουμε κράτος επιχειρηματία», «αύξηση της φορολογικής βάσης», «μετοχοποίηση των ημικρατικών οργανισμών», «ευέλικτοι όροι εργασίας», «ανάγκη συρρίκνωσης του σπάταλου κράτους».

Η γεωγραφική κατανομή των απονομών του βραβείου Νόμπελ στα οικονομικά αντικατοπτρίζει ακριβώς τις ιεραρχικές δομές εξουσίας στο πεδίο των οικονομικών. Το βραβείο απονεμήθηκε 40 φορές σε 62 αποδέκτες, 42 εκ των οποίων προέρχονται από τις Ηνωμένες πολιτείες της Αμερικής και περισσότεροι από 50 εργάζονταν στην χώρα κατά το χρόνο της απονομής. Μόνο το πανεπιστήμιο του Σικάγο μετρά 11 απονομές! Αυτό κατά την άποψη μου δεν αντικατοπτρίζει την παραγόμενη γνώση στα οικονομικά αλλά περισσότερο την ιδεοληψία από την οποία διακατέχεται η Επιτροπή Απονομής του βραβείου. Μόνο δυο άνθρωποι από αναπτυσσόμενες χώρες (Arthur Lewis και Amartya Sen) απονεμήθηκαν το βραβείο και οι δυο καθόλου συμπωματικά εργάζονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Μεγάλη Βρετανία κατά τον χρόνο απονομής. Εντύπωση δημιουργεί το γεγονός ότι μόνο τρεις ερευνητές που δούλευαν σε πεδία των οικονομικών και αφορούσαν τις αναπτυσσόμενες οικονομίες απονεμήθηκαν το βραβείο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τα θέματα των αναπτυσσομένων χωρών αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι της σημερινής τραγικής πραγματικότητας στα θέματα των οικονομικών.

Στα πιο πρόσφατα χρόνια το βραβείο απονεμήθηκε κυρίως για προσφορά στο πεδίο που αφορά τις συμπεριφορές των «αγορών». Το 1997 το βραβείο δόθηκε σε δυο οικονομολόγους τους Robert Merton και Myron Scholes. Οι κύριοι αυτοί είχαν ανακαλύψει μια μέθοδο αξιολόγησης συμβολαίων η οποία δυνητικά αποσοβούσε τον ρίσκο μεγάλων οικονομικών επενδύσεων. Όταν η εταιρεία αμοιβαίων κεφαλαίων (Long Term Capital Management) που διεύθυναν κατέρρευσε οικονομικά και χρειάστηκε η στήριξη του αμερικανικού κράτους για να τη ξελασπώσει υπήρξε φανερή αμηχανία στους κύκλους της Επιτροπής. Σε μια μετέπειτα εξέλιξη και πιθανή διορθωτική κίνηση το βραβείο απονεμήθηκε στους George Akerlof και Joseph Stiglitz οι οποίοι κατέδειξαν τα ζητήματα της ατελούς λειτουργίας των «αγορών». Άλλος επιφανής οικονομολόγος που απονεμήθηκε το βραβείο ήταν ο Paul Krugman και μετέπειτα ο συμπατριώτης μας κ. Πισσαρίδης ο οποίος ασχολήθηκε με τα ζητήματα ανεργίας. Θα ήταν όμως παράληψη εκ μέρους μου εάν δεν ανέφερα ότι το βραβείο δεν έχει ποτέ απονεμηθεί σε γυναίκα.

Ενισχύονται λοιπόν τα ερωτηματικά για το πολύκροτο γεγονός της απονομής του βραβείου αυτού. Όταν ειδικότερα ακούω τις απόψεις του κ. Πισσαρίδη να προσομοιάζουν με αυτές επιφανών νεοφιλελεύθερων πολιτικών της κυπριακής κοινωνίας δεν μπορώ παρά να είμαι πολύ πολύ επιφυλακτικός. Περισσότερο μετρούν οι απόψεις και οι πολιτικές προεκτάσεις τον όσων λέγονται στη δημόσια σφαίρα. Κανένας τεχνοκράτης δεν είναι μόνο τεχνοκράτης και ο μύθος ως τέτοιος έχει καταρρεύσει προ πολλού στη συνείδηση του καθημερινού ανθρώπου.

1 σχόλιο: